Από τη Γη στη Σελήνη: Το χρονικό ενός μεγάλου ταξιδιού…

ΑΡΧΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΥΡΑΥΛΩΝ:

ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ 4

Στις αρχές του 20ου αιώνα ένας Ρώσος δάσκαλος, ένας Αμερικανός φυσικός από τη Μασαχουσέτη, ένας Γερμανός φυσικός από την Τρανσυλβανία και ένας Παριζιάνος μηχανικός έθεσαν τις βάσεις της σύγχρονης πυραυλικής, στηριζόμενοι στους ώμους του Ισαάκ Νεύτωνα (1643-1727), ο οποίος είχε ήδη θεμελιώσει θεωρητικά την αρχή λειτουργίας των πυραύλων, 300 και πλέον χρόνια νωρίτερα, με την δημοσίευση του έργου του με τίτλο Philosophiae Naturalis Principia Mathematica, ενός από τα κορυφαία επιστημονικά συγγράμματα όλων των εποχών.

Και πραγματικά οι θεωρητικές βάσεις που εξηγούσαν την αρχή λειτουργίας της προώθησης των πυραύλων μέσα από την διατύπωση του νόμου δράσης-αντίδρασης, τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στις 5 Ιουλίου 1687 με την δημοσίευση του βιβλίου του Νεύτωνα για τις «Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας». Στο κορυφαίο αυτό επιστημονικό πόνημα, ο Νεύτωνας περιέγραφε την βαρύτητα και τους τρεις νόμους της κίνησης των σωμάτων, κατορθώνοντας παράλληλα μέσα από αυτή του την θεώρηση να καταλήξει στους νόμους του Κέπλερ, οι οποίοι περιέγραφαν την κίνηση των πλανητών. Έτσι ο Νεύτωνας ήταν ο πρώτος επιστήμονας που κατάφερε να αποδείξει ότι η κίνηση των σωμάτων στη Γη και των ουράνιων σωμάτων στο Σύμπαν περιγράφονται από τους ίδιους φυσικούς νόμους. O νόμος δράσης-αντίδρασης, ο τρίτος από τους θεμελιώδεις νόμους της κίνησης του Νεύτωνα, ορίζει ότι σε κάθε δύναμη αντιστοιχεί μια δύναμη αντίδρασης, ίσης έντασης και αντίθετης φοράς, και προκύπτει στην ουσία από την αρχή της διατήρησης της ορμής, του φυσικού εκείνου μεγέθους που ορίζεται ως το γινόμενο της μάζας ενός σώματος επί την ταχύτητά του.

Αξίζει εδώ να κάνουμε μια μικρή παρένθεση, γιατί η πρώτη πρακτική επίδειξη του νόμου δράσης-αντίδρασης είχε ήδη παρουσιαστεί από το 360 π.Χ. από τον φιλόσοφο και μαθηματικό Αρχύτα (428 π.Χ.-347 π.Χ.). Ο Αρχύτας κατασκεύασε ένα κούφιο πήλινο περιστέρι, το οποίο γέμισε με νερό και στερέωσε στη συνέχεια με σκοινιά πάνω από μία φωτιά. Καθώς το νερό θερμαίνονταν, παρήγαγε ατμό και το περιστέρι μπορούσε να «πετάξει» καθώς ο ατμός ξέφευγε από τις τρύπες, που είχε διανοίξει στο σώμα του περιστεριού ο ευφυής εφευρέτης. Ο Αρχύτας δεν θα μπορούσε, φυσικά, να φανταστεί ποτέ ότι η ίδια θεμελιώδης φυσική αρχή που ωθούσε το περιστέρι του να πετάξει θα μετέφερε μια μέρα τον άνθρωπο στο Φεγγάρι.

Ξαναπιάνοντας το νήμα της ιστορίας μας θα πρέπει να διευκρινίσουμε εξαρχής τι συμβαίνει από φυσικής άποψης όταν ένα σώμα εκτοξεύεται από το έδαφος, αλλά και τι είναι αυτό που κρατά ένα δορυφόρο σε τροχιά χωρίς να πέφτει στο έδαφος. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να το κάνουμε αυτό από να διηγηθούμε το νοητικό πείραμα που ο ίδιος ο Νεύτωνας μελέτησε 300 και πλέον χρόνια πριν. Ο Νεύτωνας λοιπόν φαντάστηκε ένα πολύ ψηλό βουνό του οποίου η κορυφή έφτανε πάνω από την Γήινη ατμόσφαιρα έτσι ώστε το νοητικό του πείραμα να μην εμποδίζεται από την αντίσταση του αέρα. Στην κορυφή του βουνού τοποθέτησε ένα μεγάλο κανόνι, έτσι ώστε κάθε μπάλα που εκσφενδόνιζε να ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με την αρχική ταχύτητα που της προσέδιδε η δύναμη εκτόξευσής της.

Στην περίπτωση, που η αρχική ταχύτητα του βλήματος είναι πολύ χαμηλή, η δύναμη της βαρύτητας εξαναγκάζει το βλήμα να ακολουθήσει μια καμπύλη πορεία και να χτυπήσει εντέλει το έδαφος σε μικρή απόσταση από το βουνό. Αν όμως χρησιμοποιήσουμε μεγαλύτερη ποσότητα πυρίτιδας για να προσδώσουμε μεγαλύτερη αρχική ταχύτητα στο βλήμα μας, αυτό τότε θα διανύσει μεγαλύτερη απόσταση από το βουνό, διαγράφοντας και πάλι καμπύλη πορεία υπό την επίδραση της βαρύτητας. Ώσπου τελικά είναι δυνατό να προσδώσουμε στο βλήμα την ακριβή αρχική ταχύτητα που απαιτείται ώστε να ακολουθεί καμπύλη πορεία, αλλά να μη φτάνει στο έδαφος ποτέ, διαγράφοντας μια συνεχή τροχιά γύρω από την Γη. Η τροχιά αυτή δεν είναι παρά μια συνεχής πτώση του βλήματος γύρω από τη Γη και οφείλεται αφ’ ενός μεν στην επίδραση της γήινης βαρύτητας και αφετέρου στην μεγάλη του αρχική ταχύτητα που φτάνει τα 28.000 χιλιόμετρα την ώρα. Με τον ίδιο τρόπο τοποθετούνται σε τροχιά γύρω από τη Γη τα διάφορα διαστημόπλοια και οι δορυφόροι.

Ένα διαστημόπλοιο σε τροχιά, με άλλα λόγια, ταξιδεύει με την απαιτούμενη ταχύτητα που χρειάζεται, έτσι ώστε η καμπυλότητα της πορείας του να ταιριάζει απόλυτα με την καμπυλότητα της Γης. Αν μειώσουμε την ταχύτητά του έστω και λίγο η πορεία που ακολουθεί θ’ αλλάξει, και από κυκλική θα γίνει μια μακρά καμπύλη που θα καταλήξει τελικά στην επιφάνεια της Γης. Αυτό άλλωστε συμβαίνει και με τα διαστημόπλοια τα οποία όταν θέλουν να επιστρέψουν στη Γη πυροδοτούν τις πυραυλικές τους μηχανές προς την κατεύθυνση που κινούνται, «πατώντας» έτσι φρένο.

Ένας πύραυλος, λοιπόν, προωθείται καθώς η εκτόνωση των αερίων της καύσης προς τα πίσω, «σπρώχνουν» τον πύραυλο μπροστά. Πιο αναλυτικά η προωθητική δύναμη ενός πυραύλου είναι το γινόμενο της μάζας των αερίων που εκτονώνονται σε ένα δευτερόλεπτο επί την ταχύτητα της εκτόνωσής τους. Προφανώς, για να ανυψωθεί ο πύραυλος από το έδαφος θα πρέπει το βάρος του να είναι μικρότερο από την προωθητική δύναμη, ενώ η ταχύτητα με την οποία θα κινηθεί εξαρτάται αφενός από την ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων και αφετέρου από την επονομαζόμενη σχέση μάζας, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στη συνολική μάζα του πυραύλου κατά την στιγμή της εκτόξευσης και την τελική μάζα του όταν όλα τα καύσιμα θα έχουν εξαντληθεί. Εάν λοιπόν από θεωρητικής απόψεως η κατασκευή ενός πυραύλου φαίνεται σχετικά απλή, στην πράξη τα πράγματα δυσκολεύουν.

Κατ’ αρχήν, η ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων της καύσης περιορίζεται από το γεγονός ότι η χημική ενέργεια που αποδίδουν τα αέρια της καύσης δεν μπορεί να υπερβεί ένα ανώτατο όριο, το οποίο εξαρτάται από τον συνδυασμό των καυσίμων που κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται. Επιπλέον, η ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων περιορίζεται και από την απαίτηση να διατηρηθεί η θερμοκρασία στα τοιχώματα του θαλάμου καύσης και του σωλήνα εκτόνωσης σε ανεκτά επίπεδα. Τέλος, όπως αναφέραμε και νωρίτερα σημαντικό ρόλο παίζει και η σχέση μάζας του πυραύλου. Σε αυτόν το τομέα έχει ήδη σημειωθεί μεγάλη πρόοδος, γεγονός που οφείλεται στην ανάπτυξη νέων υλικών, τα οποία έχουν περιορίσει σημαντικά το βάρος του σκελετού των πυραύλων, των κινητήρων και των δεξαμενών καυσίμων.

Με την ανακάλυψη των «πολυώροφων» πυραύλων, που έγινε αρχικά από τον Tsiolkovsky, δίνεται νέα ώθηση στην ανάπτυξη της πυραυλικής επιστήμης. Ο πολυώροφος πύραυλος ουσιαστικά αποτελείται από δύο ή περισσότερους πύραυλους, ο καθένας με τον δικό του κινητήρα. Μόλις ο πρώτος όροφος εξαντλήσει τα καύσιμά του, αποσπάται από το σύνολο, την ίδια στιγμή που πυροδοτείται ο δεύτερος κ.ο.κ. Με την επινόηση αυτή, ο πύραυλος απαλλάσσεται σταδιακά από το περιττό βάρος κερδίζοντας παράλληλα σημαντικά σε ταχύτητα. Όσους μάλιστα περισσότερους ορόφους έχει ένας πύραυλος τόσο μεγαλύτερη είναι και η τελική του ταχύτητα. Στη πράξη βέβαια ο αριθμός των ορόφων δεν υπερβαίνει τις περισσότερες φορές τους 2-3 (στην περίπτωση πυραύλων που προωθούνται με στερεά καύσιμα το όριο αυξάνεται στους 4-5) καθώς η αποκόλληση ενός ορόφου και η πυροδότηση του επομένου απαιτεί λεπτότατους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η πιθανότητα βλάβης ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων.

Μια παραλλαγή του πολυώροφου πυραύλου είναι ο πύραυλος «σε δεσμίδα», ο οποίος αντί να έχει τον έναν όροφο πάνω από τον άλλο τους έχει συνδεδεμένους κολλητά τον ένα δίπλα στον άλλο. Στην πραγματικότητα, κατά την κατασκευή και εκτόξευση ενός πυραύλου θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και μια σειρά από άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η μεταβολή της πυκνότητας της ατμόσφαιρας με το ύψος, η αντίσταση του αέρα, η μεταβολή της βαρυτικής έλξης που ασκεί ο πλανήτης μας στον πύραυλο ανάλογα με το ύψος, ακόμα και η διεύθυνση προς την οποία θα εκτοξευθεί ο πύραυλος, προκειμένου να επωφεληθεί από την ταχύτητα περιστροφής της Γης γύρω από τον άξονά της.

Σε γενικές γραμμές για την προώθηση των πυραύλων χρησιμοποιούνται σήμερα δύο ειδών καύσιμα, στερεής και υγρής μορφής. Ιστορικά, από τα πρώτα πυροτεχνήματα και τις πρώτες ρουκέτες εξελίχθηκαν αρχικά οι πύραυλοι στερεών καυσίμων. Στα θετικά τους προσμετράται η μεγαλύτερη ευκολία αποθήκευσης και χειρισμού, όπως επίσης και η, τηρουμένων των αναλογιών, μειωμένη πολυπλοκότητα κατασκευής και ελέγχου, που τους καθιστά περισσότερο οικονομικούς. Από την άλλη, οι πύραυλοι στερεών καυσίμων αποδίδουν κατά κανόνα μικρότερη ορμή ανά μονάδα καυσίμου, ενώ και η κατασκευή πυραύλων στερεών καυσίμων με μεγάλη σχέση μάζας γίνεται πιο δύσκολη. Τέλος, τα στερεά καύσιμα είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθούν από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η καύση τους, αλλά ούτε και να σταματήσει η λειτουργία τους προτού τα καύσιμα καταναλωθούν εντελώς.

Αντιθέτως, οι πύραυλοι υγρών καυσίμων έχουν καλύτερη απόδοση ορμής σε σχέση με την ποσότητα των καυσίμων που καταναλώνουν, ενώ η πτήση τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελεγχθεί, ακόμα και να σταματήσει εντελώς, ή να ξεκινήσει και πάλι από την αρχή. Επιπλέον, η χρήση υγρών καυσίμων επιτρέπει την κατασκευή πυραύλων με ευνοϊκότερη σχέση μάζας. Στα αρνητικά τους συγκαταλέγονται οι μεγαλύτερες δυσκολίες αποθήκευσης και χειρισμού, εξαιτίας της μεγάλης τους τοξικότητας, των απαιτούμενων υπερχαμηλών θερμοκρασιών (στην περίπτωση του υγρού οξυγόνου) κλπ. Επιπλέον, η κατασκευή των πυραύλων υγρών καυσίμων απαιτεί την κατασκευή ιδιαίτερα ανθεκτικών δεξαμενών καύσης που αυξάνουν το κόστος κατά πολύ.

Ο Ισαάκ Νεύτων (1643-1727), θεμελίωσε θεωρητικά την αρχή λειτουργίας των πυραύλων, με την δημοσίευση του έργου του με τίτλο Philosophiae Naturalis Principia Mathematica, ενός από τα κορυφαία επιστημονικά συγγράμματα όλων των εποχών.
Οι θεωρητικές βάσεις που εξηγούσαν την αρχή λειτουργίας της προώθησης των πυραύλων μέσα από την διατύπωση του νόμου δράσης-αντίδρασης, τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στις 5 Ιουλίου 1687 με την δημοσίευση του βιβλίου του Νεύτωνα για τις «Μαθηματικές Αρχές της Φυσικής Φιλοσοφίας». Στο κορυφαίο αυτό επιστημονικό πόνημα, ο Νεύτωνας περιέγραφε την βαρύτητα και τους τρεις νόμους της κίνησης των σωμάτων, κατορθώνοντας παράλληλα μέσα από αυτή του την θεώρηση να καταλήξει στους νόμους του Κέπλερ, οι οποίοι περιέγραφαν την κίνηση των πλανητών. Έτσι ο Νεύτωνας ήταν ο πρώτος επιστήμονας που κατάφερε να αποδείξει ότι η κίνηση των σωμάτων στη Γη και των ουράνιων σωμάτων στο Σύμπαν περιγράφονται από τους ίδιους φυσικούς νόμους. O νόμος δράσης-αντίδρασης, ο τρίτος από τους θεμελιώδεις νόμους της κίνησης του Νεύτωνα, ορίζει ότι σε κάθε δύναμη αντιστοιχεί μια δύναμη αντίδρασης, ίσης έντασης και αντίθετης φοράς, και προκύπτει στην ουσία από την αρχή της διατήρησης της ορμής, του φυσικού εκείνου μεγέθους που ορίζεται ως το γινόμενο της μάζας ενός σώματος επί την ταχύτητά του.
Στο κορυφαίο επιστημονικό πόνημά του, ο Νεύτωνας περιέγραφε την βαρύτητα και τους τρεις νόμους της κίνησης των σωμάτων, κατορθώνοντας παράλληλα μέσα από αυτή του την θεώρηση να καταλήξει στους νόμους του Κέπλερ, οι οποίοι περιέγραφαν την κίνηση των πλανητών.
Ο Νεύτωνας φαντάστηκε ένα πολύ ψηλό βουνό του οποίου η κορυφή έφτανε πάνω από την Γήινη ατμόσφαιρα έτσι ώστε το νοητικό του πείραμα να μην εμποδίζεται από την αντίσταση του αέρα. Στην κορυφή του βουνού τοποθέτησε ένα μεγάλο κανόνι, έτσι ώστε κάθε μπάλα που εκσφενδόνιζε να ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με την αρχική ταχύτητα που της προσέδιδε η δύναμη εκτόξευσής της. Στην περίπτωση, που η αρχική ταχύτητα του βλήματος είναι πολύ χαμηλή, η δύναμη της βαρύτητας εξαναγκάζει το βλήμα να ακολουθήσει μια καμπύλη πορεία και να χτυπήσει εντέλει το έδαφος σε μικρή απόσταση από το βουνό. Αν όμως χρησιμοποιήσουμε μεγαλύτερη ποσότητα πυρίτιδας για να προσδώσουμε μεγαλύτερη αρχική ταχύτητα στο βλήμα μας, αυτό τότε θα διανύσει μεγαλύτερη απόσταση από το βουνό, διαγράφοντας και πάλι καμπύλη πορεία υπό την επίδραση της βαρύτητας. Ώσπου τελικά είναι δυνατό να προσδώσουμε στο βλήμα την ακριβή αρχική ταχύτητα που απαιτείται ώστε να ακολουθεί καμπύλη πορεία, αλλά να μη φτάνει στο έδαφος ποτέ, διαγράφοντας μια συνεχή τροχιά γύρω από την Γη. Η τροχιά αυτή δεν είναι παρά μια συνεχής πτώση του βλήματος γύρω από τη Γη και οφείλεται αφ’ ενός μεν στην επίδραση της γήινης βαρύτητας και αφετέρου στην μεγάλη του αρχική ταχύτητα που φτάνει τα 28.000 χιλιόμετρα την ώρα. Με τον ίδιο τρόπο τοποθετούνται σε τροχιά γύρω από τη Γη τα διάφορα διαστημόπλοια και οι δορυφόροι.
Η πρώτη πρακτική επίδειξη του νόμου δράσης-αντίδρασης είχε ήδη παρουσιαστεί από το 360 π.Χ. από τον φιλόσοφο και μαθηματικό Αρχύτα (428 π.Χ.-347 π.Χ.). Ο Αρχύτας κατασκεύασε ένα κούφιο πήλινο περιστέρι, το οποίο γέμισε με νερό και στερέωσε στη συνέχεια με σκοινιά πάνω από μία φωτιά. Καθώς το νερό θερμαίνονταν, παρήγαγε ατμό και το περιστέρι μπορούσε να «πετάξει» καθώς ο ατμός ξέφευγε από τις τρύπες, που είχε διανοίξει στο σώμα του περιστεριού ο ευφυής εφευρέτης. Ο Αρχύτας δεν θα μπορούσε, φυσικά, να φανταστεί ποτέ ότι η ίδια θεμελιώδης φυσική αρχή που ωθούσε το περιστέρι του να πετάξει θα μετέφερε μια μέρα τον άνθρωπο στο Φεγγάρι.
Η πρώτη πρακτική επίδειξη του νόμου δράσης-αντίδρασης είχε ήδη παρουσιαστεί από το 360 π.Χ. από τον φιλόσοφο και μαθηματικό Αρχύτα (428 π.Χ.-347 π.Χ.). Ο Αρχύτας κατασκεύασε ένα κούφιο πήλινο περιστέρι, το οποίο γέμισε με νερό και στερέωσε στη συνέχεια με σκοινιά πάνω από μία φωτιά. Καθώς το νερό θερμαίνονταν, παρήγαγε ατμό και το περιστέρι μπορούσε να «πετάξει» καθώς ο ατμός ξέφευγε από τις τρύπες, που είχε διανοίξει στο σώμα του περιστεριού ο ευφυής εφευρέτης. Ο Αρχύτας δεν θα μπορούσε, φυσικά, να φανταστεί ποτέ ότι η ίδια θεμελιώδης φυσική αρχή που ωθούσε το περιστέρι του να πετάξει θα μετέφερε μια μέρα τον άνθρωπο στο Φεγγάρι.
Ένας πύραυλος, λοιπόν, προωθείται καθώς η εκτόνωση των αερίων της καύσης προς τα πίσω, «σπρώχνουν» τον πύραυλο μπροστά. Πιο αναλυτικά η προωθητική δύναμη ενός πυραύλου είναι το γινόμενο της μάζας των αερίων που εκτονώνονται σε ένα δευτερόλεπτο επί την ταχύτητα της εκτόνωσής τους. Προφανώς, για να ανυψωθεί ο πύραυλος από το έδαφος θα πρέπει το βάρος του να είναι μικρότερο από την προωθητική δύναμη, ενώ η ταχύτητα με την οποία θα κινηθεί εξαρτάται αφενός από την ταχύτητα εκτόνωσης των αερίων και αφετέρου από την επονομαζόμενη σχέση μάζας, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στη συνολική μάζα του πυραύλου κατά την στιγμή της εκτόξευσης και την τελική μάζα του όταν όλα τα καύσιμα θα έχουν εξαντληθεί.
Με την ανακάλυψη των «πολυώροφων» πυραύλων, που έγινε αρχικά από τον Tsiolkovsky, δίνεται νέα ώθηση στην ανάπτυξη της πυραυλικής επιστήμης. Ο πολυώροφος πύραυλος ουσιαστικά αποτελείται από δύο ή περισσότερους πύραυλους, ο καθένας με τον δικό του κινητήρα. Μόλις ο πρώτος όροφος εξαντλήσει τα καύσιμά του, αποσπάται από το σύνολο, την ίδια στιγμή που πυροδοτείται ο δεύτερος κ.ο.κ. Με την επινόηση αυτή, ο πύραυλος απαλλάσσεται σταδιακά από το περιττό βάρος κερδίζοντας παράλληλα σημαντικά σε ταχύτητα. Όσους μάλιστα περισσότερους ορόφους έχει ένας πύραυλος τόσο μεγαλύτερη είναι και η τελική του ταχύτητα. Στη πράξη βέβαια ο αριθμός των ορόφων δεν υπερβαίνει τις περισσότερες φορές τους 2-3 (στην περίπτωση πυραύλων που προωθούνται με στερεά καύσιμα το όριο αυξάνεται στους 4-5) καθώς η αποκόλληση ενός ορόφου και η πυροδότηση του επομένου απαιτεί λεπτότατους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η πιθανότητα βλάβης ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων.
Με την ανακάλυψη των «πολυώροφων» πυραύλων, που έγινε αρχικά από τον Tsiolkovsky, δίνεται νέα ώθηση στην ανάπτυξη της πυραυλικής επιστήμης. Ο πολυώροφος πύραυλος ουσιαστικά αποτελείται από δύο ή περισσότερους πύραυλους, ο καθένας με τον δικό του κινητήρα. Μόλις ο πρώτος όροφος εξαντλήσει τα καύσιμά του, αποσπάται από το σύνολο, την ίδια στιγμή που πυροδοτείται ο δεύτερος κ.ο.κ. Με την επινόηση αυτή, ο πύραυλος απαλλάσσεται σταδιακά από το περιττό βάρος κερδίζοντας παράλληλα σημαντικά σε ταχύτητα. Όσους μάλιστα περισσότερους ορόφους έχει ένας πύραυλος τόσο μεγαλύτερη είναι και η τελική του ταχύτητα. Στη πράξη βέβαια ο αριθμός των ορόφων δεν υπερβαίνει τις περισσότερες φορές τους 2-3 (στην περίπτωση πυραύλων που προωθούνται με στερεά καύσιμα το όριο αυξάνεται στους 4-5) καθώς η αποκόλληση ενός ορόφου και η πυροδότηση του επομένου απαιτεί λεπτότατους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η πιθανότητα βλάβης ανάλογα με τον αριθμό των ορόφων.
Μια παραλλαγή του πολυώροφου πυραύλου είναι ο πύραυλος «σε δεσμίδα», ο οποίος αντί να έχει τον έναν όροφο πάνω από τον άλλο τους έχει συνδεδεμένους κολλητά τον ένα δίπλα στον άλλο.
Σε γενικές γραμμές για την προώθηση των πυραύλων χρησιμοποιούνται σήμερα δύο ειδών καύσιμα, στερεής και υγρής μορφής. Ιστορικά, από τα πρώτα πυροτεχνήματα και τις πρώτες ρουκέτες εξελίχθηκαν αρχικά οι πύραυλοι στερεών καυσίμων. Στα θετικά τους προσμετράται η μεγαλύτερη ευκολία αποθήκευσης και χειρισμού, όπως επίσης και η, τηρουμένων των αναλογιών, μειωμένη πολυπλοκότητα κατασκευής και ελέγχου, που τους καθιστά περισσότερο οικονομικούς.
Οι πύραυλοι υγρών καυσίμων έχουν καλύτερη απόδοση ορμής σε σχέση με την ποσότητα των καυσίμων που καταναλώνουν, ενώ η πτήση τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελεγχθεί, ακόμα και να σταματήσει εντελώς, ή να ξεκινήσει και πάλι από την αρχή. Επιπλέον, η χρήση υγρών καυσίμων επιτρέπει την κατασκευή πυραύλων με ευνοϊκότερη σχέση μάζας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.